Η αλλαγή σελίδας για το ελληνικό μπάσκετ ξεκίνησε όταν το τιμόνι των δύο ομάδων της Θεσσαλονίκης, Άρη και ΠΑΟΚ, πέρασε στα χέρια ανθρώπων με κεφάλαιο, όραμα και ξεκάθαρους στόχους (Ρίτσαρντ Σιάο και Τέλης Μυστακίδη). Για τον ΠΑΟΚ έχουμε ήδη μιλήσει. Η νίκη του Άρη απέναντι στον Παναθηναϊκό, όμως, έρχεται να δείξει πως κάτι αλλάζει και στο “κιτρινόμαυρο” στρατόπεδο, όχι ως αποτέλεσμα μιας βραδιάς, αλλά ως ένδειξη κατεύθυνσης.
Δεν πρόκειται για μια νίκη που έσωσε τη σεζόν για την ομάδα του Άρη και θα ήταν λάθος να αντιμετωπιστεί έτσι. Είναι, όμως, μια νίκη που δείχνει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να χτιστεί ο Άρης αν θέλει να επιστρέψει εκεί που ανήκει.
Η ιστορία ως εργαλείο, όχι ως καταφύγιο
Ο Άρης είναι μια ομάδα με ένδοξο παρελθόν. Ποιος δεν θυμάται τους μεγαλύτερους να μιλούν με θαυμασμό για τον “Μεγάλο Άρη” του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Ιωαννίδη… Στη νέα εποχή, όμως, το ζητούμενο δεν είναι η αναπαραγωγή της ιστορίας, αλλά η αξιοποίησή της. Η νίκη επί του Παναθηναϊκού δίνει στην ομάδα περίσσια αυτοπεποίθηση και μπορεί – και πρέπει – να μετουσιωθεί στο πρώτο σκαλοπάτι για την επιστροφή του Άρη στην ελίτ του ελληνικού και του ευρωπαϊκού μπάσκετ.
Αρχής γενομένης από την πρόκρισή του στην επόμενη φάση του EuroCup, ο Άρης δείχνει να βάζει πλώρη για κάτι πραγματικά ενδιαφέρον και με προοπτική. Για την επιστροφή του “Κοιμώμενου Αυτοκράτορα”.
Πέρα από το συλλογικό κομμάτι και τις βλέψεις του Άρη, αξίζει να σταθώ σε τρεις παίκτες.
Το 3&D που έλειπε βρέθηκε στον Αμινέ Νουά
Το 3&D στοιχείο του Αμινέ Νουά αποδεικνύεται κομβικό για έναν Άρη που, ειδικά επί των ημερών του κόουτς Κάραιτσιτς το αποζητούσε εναγωνίως. Ο Γάλλος σουτάρει με 40.2% από την περιφέρεια σε σχεδόν πέντε προσπάθειες ανά αγώνα (4.9 συγκεκριμένα).
Η επίδοση αυτή δεν είναι απλώς εξαιρετική στα χαρτιά αλλά μεταφράζεται άμεσα και σε καλύτερο spacing της ομάδας. Αποτέλεσμα αυτού είναι να δημιουργείται περισσότερος χώρος για drive & kick καταστάσεις, καλύτερες αποφάσεις για τους περιφερειακούς χειριστές (βλ. Τζόουνς και Μήτρου-Λονγκ) και συνολικά μια επίθεση που αναπνέει.
Οι καταστάσεις drive & kick (διείσδυση και πάσα έξω) στο μπάσκετ είναι μια επιθετική τακτική όπου ένας παίκτης διεισδύει προς το καλάθι, αναγκάζοντας την άμυνα να “κλείσει” πάνω του. Στη συνέχεια, πασάρει σε έναν ελεύθερο συμπαίκτη στην περιφέρεια για σουτ, εκμεταλλευόμενος την αποδιοργάνωση της άμυνας.
Όταν το γήπεδο “τεντώνει” μέσω Ντανίλο Άντζουσιτς
Ο Σέρβος σούτινγκ γκαρντ πηγαίνει το spacing ένα βήμα παραπέρα. Με 41% στα τρίποντα σε πέντε περίπου εκτελέσεις ανά παιχνίδι (5.2 συγκεκριμένα), ο Άντζουσιτς αναγκάζει τις άμυνες να “ανοίξουν” το γήπεδο σε μόνιμη βάση.
Όταν οι χώροι “τεντώνουν” τόσο καλά (κάτι που ήταν ανύπαρκτο και με τον κόουτς Καστρίτη στον πάγκο), δημιουργούνται αυτόματα συνθήκες για κοψίματα στην πλάτη της άμυνας, αλλά και για παιχνίδι πάνω από το στεφάνι (π.χ. με Αντετοκούνμπο). Συνολικά, η επίθεση αποκτά βάθος και πολλαπλές αναγνώσεις.
Γνωρίζοντας τον πραγματικό Κώστα Αντετοκούνμπο
Η περίπτωση του Κώστα Αντετοκούνμπο είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική. Ένας διεθνής παίκτης που τα τελευταία χρόνια πέρασε και από Παναθηναϊκό και από Ολυμπιακό, χωρίς όμως να βρει ξεκάθαρο ρόλο ή σταθερό χρόνο συμμετοχής. Κι όταν αυτά… λείπουν, ο παίκτης μοιάζει “λάθος” και “κακός”, ακόμα κι αν δεν είναι.
Στον Άρη ο Αντετοκούνμπο βρέθηκε ως δανεικός από τους “ερυθρόλευκους” και επιτέλους βρήκε κάτι αυτονόητο αλλά σπάνιο, ειδικά στο ελληνικό μπάσκετ. Στον σύλλογο της Θεσσαλονίκης απολαμβάνει μπάσκετ με ξεκάθαρο ρόλο και χρόνο συμμετοχής. Μαζί με αυτά ήρθε και η αυτοπεποίθηση. Ο διεθνής παίκτης μας δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο και πολλοί αναρωτιούνται “Μα καλά που ήταν αυτός ο Κώστας;” Κι όμως, είναι ο ίδιος παίκτης.
Όμως χωρίς ρόλο, πίστη και συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει εξέλιξη. Βλέπεις είναι διαφορετικό να προσπαθείς να αποδείξεις την αξία σου σε 5 λεπτά, όντας 12ος παίκτης και διαφορετικό να παίζεις 25 και 30 λεπτά ως βασικός σέντερ, γνωρίζοντας ακριβώς τι ζητείται από εσένα.
Το διαχρονικό ζήτημα των Ελλήνων παικτών
Αλλά αυτό δεν έχει συμβεί μόνο με τον Αντετοκούνμπο. Αντίθετα, είναι ένα διαχρονικό ζήτημα του ελληνικού μπάσκετ. Οι Έλληνες χρειάζονται χρόνο και εμπιστοσύνη. Βλέπε Λέφα, Χατζηλάμπρου, Καζαμία… Ο Άρης έχει στα χέρια του το “αύριο” των Ελλήνων γκαρντ. Κι, όμως, ένα από τα βασικά προβλήματα της ομάδας είναι η έλλειψη ποιοτικού ελληνικού κορμού. Όχι απλά συμπληρωματικών Ελλήνων παικτών αλλά με ρόλους και ευθύνες.
Αυτό είναι κάτι το οποίο δεν χτίζεται με garbage time και περιστασιακές ευκαιρίες. Χτίζεται με σχέδιο, υπομονή, και αποδοχή ότι οι δυσκολίες και οι ήττες είναι μέρος της διαδρομής. Ναι μεν η προπόνηση σε βελτιώνει αλλά το παιχνίδι είναι αυτό που σε μεγαλώνει. Στις αποφάσεις που η μπάλα καίει, σε μια κατοχή που μπορεί να αλλάξει το ματς και στα λάθη μέσα από τα οποία μαθαίνεις. Εκεί είναι που ωριμάζεις…







