Το πραγματικό νόημα του fit στο σύγχρονο μπάσκετ

Τι Τζέι Σορτς και Κάρσεν Έντουαρντς – το fit και ο ρόλος στο σύγχρονο μπάσκετ
Ο Τι Τζέι Σορτς άνοιξε τη σεζόν με 26 πόντους στη νίκη της Βαλένθια, λίγους μήνες μετά από μια χρονιά στην οποία ήταν πολύ περιορισμένος στον Παναθηναϊκό. Η περίπτωσή του, όμως, δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση για το σύγχρονο μπάσκετ. Πόσο σημαντικό είναι τελικά το ταλέντο ενός παίκτη και πώς επηρεάζουν οι συνθήκες μέσα στις οποίες καλείται να το αποδείξει;

Τι Τζέι Σορτς… ο “κοντορεβυθούλης” που στάθηκε αφορμή για αυτό το άρθρο. Όχι για τους πόντους του, ούτε για αυτή την επίδοση της μιας βραδιάς αλλά γιατί χρειάστηκε μόλις ένα ματς να μας θυμίσει κάτι που στο σύγχρονο μπάσκετ συχνά κρύβουμε… κάτω από το χαλάκι. Η προσαρμογή είναι αμφίδρομη και δεν αφορά ποτέ μόνο τον παίκτη, αφορά και την ομάδα.

Ο Αμερικανός γκαρντ πραγματοποίησε μια ασύλληπτη πρεμιέρα με τη φανέλα της Βαλένθια στη EuroLeague πετυχαίνοντας συνολικά 26 πόντους με 9/17 δίποντα και 2/3 τρίποντα. Ναι, είναι μόλις ένα παιχνίδι αλλά είναι δύσκολο να μην κάνεις την σύνδεση. Πρόκειται για τον ίδιο παίκτη που βλέπαμε πριν από μερικούς μήνες στον Παναθηναϊκό με μέσο όρο 8.1 πόντους, 2.9 ασίστ με 52.1% στο True Shooting (υπενθυμίζω πως το TS% είναι ένα προηγμένο στατιστικό του μπάσκετ που μετρά τη συνολική αποτελεσματικότητα ενός παίκτη στο σκοράρισμα, συνδυάζοντας τα σουτ 2 πόντων, τα σουτ 3 πόντων και τις ελεύθερες βολές σε έναν ενιαίο δείκτη). Πρόκειται για τον ίδιο παίκτη, όπου τη σεζόν 2024-25 είχε συστηθεί στην κορυφαία ευρωπαϊκή διοργάνωση με τη νεοφώτιστη τότε Παρί, με μ.ο. 19 πόντους, 7.3 ασίστ και 56.9% TS% και μπήκε στην καλύτερη πεντάδα της EuroLeague.

Ο Σορτς δεν ξέχασε ξαφνικά το μπάσκετ που ήξερε στην Αθήνα, ούτε του ήρθε αναλαμπή με την προσγείωσή του στην Ισπανία.

Το παράδειγμα του Σορτς που δεν “ξέχασε”

Συχνά βλέπουμε έναν παίκτη να κάνει μια εξαιρετική σεζόν και θεωρούμε περίπου αυτονόητο ότι το ίδιο πρόσωπο μπορεί να κάνει ακριβώς τα ίδια σε ένα διαφορετικό περιβάλλον. Δεν λειτουργεί, όμως, έτσι. Είναι διαφορετικό το να είσαι το “πρώτο βιολί” της επίθεσης και διαφορετικό να είσαι ένα μέλος της ορχήστρας της. Άλλο να έχεις την μπάλα στα χέρια σου σε κάθε δεύτερη κατοχή και άλλο να καλείσαι να περιμένεις στη γωνία πότε κι αν θα έρθει η μπάλα σε εσένα. Άλλο να ξέρεις ότι ένα λάθος δεν αλλάζει τον ρόλο σου και άλλο να αισθάνεσαι πως με το πρώτο λάθος βγήκες πάγκο.

Κι ο Σορτς είναι ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και επίκαιρα παραδείγματα. Στην Παρί, το παιχνίδι περνούσε μέσα από αυτόν. Στον Παναθηναϊκό, μπήκε σε μια ομάδα με διαφορετική ιεραρχία, διαφορετικές απαιτήσεις και παίκτες που επίσης χρειάζονταν την μπάλα (βλ. Ναν, Σλούκα).

Με τη μετακόμισή του στη Βαλένθια, χρειάστηκε μόλις ένα ματς για να μας θυμίσει εκείνον τον παίκτη της Παρί. Εκείνον που είχε συστηθεί στην κορυφαία ευρωπαϊκή σκηνή με την μπάλα στα χέρια, με το παιχνίδι να περνά από εκείνον και τους συμπαίκτες του να τον συμπληρώνουν ιδανικά, δίνοντάς του την ελευθερία να πάρει εκείνος τις πρωτοβουλίες. Έναν ρόλο που στον Παναθηναϊκό του Εργκίν Αταμάν δεν βρήκε ποτέ. Η πρώτη εικόνα στην Ισπανία δείχνει πως η Βαλένθια είναι διατεθειμένη να του επιστρέψει πολύ μεγαλύτερο κομμάτι της επιθετικής ευθύνης. Στον Παναθηναϊκό, όπως δικαιολογείται από το μέγεθος και τις υψηλές απαιτήσεις του συλλόγου, το περιθώριο λάθους ήταν εξαιρετικά περιορισμένο. Αυτό σε συνδυασμό με την τακτική του Τούρκου τεχνικού, σήμαινε πως κάθε παραφωνία είχε άμεσες επιπτώσεις στον χρόνο συμμετοχής του Σορτς αλλά και στη χημεία του με την υπόλοιπη ομάδα.

Ο Σορτς είναι ένας παίκτης που έχει ανάγκη η επίθεση να βασίζεται πρώτα από όλα πάνω του για να μπορέσει να αποδώσει, παίζοντας γρήγορο και απελευθερωμένο μπάσκετ χωρίς τον φόβο του λάθους. Μπορεί να ανεβάσει σημαντικά το επιθετικό ταβάνι οποιασδήποτε ομάδας, όταν το παιχνίδι του δίνει χώρο να λειτουργήσει ως primary creator.

Τα χρωστούμενα της προσαρμογής

Πολύ συχνά λέμε ότι ένας παίκτης “δεν προσαρμόστηκε”. Και ναι, μερικές φορές είναι σωστό. Αυτή η φράση, όμως, αφήνει στην απ’ έξω το μισό πρόβλημα. Γιατί είναι σαν λες ότι ο παίκτης φταίει που δεν προσαρμόστηκε, λες και είναι μόνο δική του ευθύνη να χωρέσει στην ομάδα. Ωστόσο, δεν είναι έτσι. Η προσαρμογή είναι αμφίδρομη. Εκτός από τον ίδιο, και η ίδια η ομάδα που κάνει δικό της έναν παίκτη πρέπει, επίσης, να ξέρει τι ακριβώς απέκτησε και ποια χαρακτηριστικά του αξίζει να προστατεύσει. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένας προπονητής πρέπει να αλλάξει όλο το σύστημά του για έναν παίκτη.  Σημαίνει πως πρέπει να ξέρει πού βρίσκεται η πραγματική του αξία και πως θα χωρέσει στο playbook του.

Αν, για παράδειγμα, πάρεις έναν primary ball-handler και του αφαιρέσεις την μπάλα, μπορεί να εξακολουθεί να είναι καλός παίκτης. Σε έναν βαθμό, όμως, ίσως να μην παίρνεις πια αυτό για το οποίο τον πλήρωσες. Αντίστοιχα, ένας παίκτης που είναι εξαιρετικός χωρίς την μπάλα μπορεί να διατηρήσει μεγάλο μέρος της αξίας του ακόμη κι αν μειωθούν οι κατοχές του.
Δεν προσαρμόζονται όλοι με τον ίδιο τρόπο.

Το… άλλο πρόσωπο του Έντουαρτς

Και φυσικά δεν είναι μόνο ο Σορτς, υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Ας θυμηθούμε τον Κάρσεν Έντουαρτς της Φενέρμπχατσε και να τον συγκρίνουμε με τον εαυτό του στη Μπάγερν. Τη σεζόν 2022-23 αγωνίστηκε με τη φανέλα της Φενέρ και αγωνιζόταν περίπου 16′ ανά παιχνίδι (15.4′ συγκεκριμένα) και είχε μέσο όρο 8 πόντους και 1.1 ασίστ. Με τη μετακόμισή του στη Γερμανία, άλλαξε… πρόσωπο. Τη πρώτη χρονιά εκεί ανέβηκε δειλά-δειλά στους 11.5 πόντους και 1.8 ασίστ σε 23′ περίπου λεπτά συμμετοχής, ενώ τη δεύτερη σεζόν εκεί είχε ήδη εξελιχθεί σε βασικό offensive engine και τελείωσε τη σεζόν 2024-25 με 20.4 πόντους ανά αγώνα και 3.3 ασίστ στη EuroLeague.

Στο ενδιάμεσο εκτός από το πλαίσιο προσαρμογής εξελίχθηκε και ο ίδιος σαν παίκτης. Αυτό είναι φυσικό επακόλουθο. Το ένα έφερε το άλλο. Περισσότερη μπάλα, περισσότερες κατοχές, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη και περισσότεροι τρόποι για να παίξει στα δυνατά του σημεία. Εκείνο που πρέπει να θυμόμαστε πάντως είναι πως ένας παίκτης μπορεί να φαίνεται “μέτριος” σε μια ομάδα και λίγους μήνες μετά να “εκτοξεύσει” τις επιδόσεις του σε μια άλλη ομάδα, χωρίς να έχει υποστεί κάποιου είδους μεταμόρφωση. Αυτό που θα έχει αλλάξει είναι απλώς η θέση του και ο ρόλος του μέσα σε ένα ρόστερ.

Το πραγματικό roster building αρχίζει μετά το scouting

Ένα πολύ συχνό λάθος που κάνουμε όταν αξιολογούμε μεταγραφές είναι πως κοιτάμε μόνο το όνομα, τα νούμερα και τις… “φιγούρες”. Και μετά καταλήγουμε στο αν θα είναι καλό fit ή όχι για τη νέα του ομάδα. Δεν αντιλέγω πως τα παραπάνω έχουν την σημασία τους. Μπορεί, όμως, ένας παίκτης να μην έχει όνομα, ούτε μεγάλα νούμερα κι εκεί που θα πάει να κουμπώσει και να κάνει το “μπαμ”. Και μετά λέμε… μα καλά που ήταν αυτός ο παίκτης κρυμμένος;

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί δεν κοιτάμε και την ουσία της υπόθεσης. Για να αξιολογήσουμε μια μεταγραφή θα πρέπει να μπούμε και σε βαθύτερα μονοπάτια. Ποιοι οι συμπαίκτες του; Με ποιους θα παίζει στο παρκέ; Ποιος θα έχει το μεγαλύτερο usage; Πόσο spacing θα έχει γύρω του; Ποιος θα είναι εκεί όταν η επίθεση κολλήσει; Υπάρχει περιθώριο λάθους; Και κυρίως.. ποιο κομμάτι του παιχνιδιού του είναι διατεθειμένη η ομάδα να θυσιάσει για να λειτουργήσει το σύνολο; Όλα αυτά είναι κρίσιμα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν γιατί πολλές φορές δεν υπάρχει κακός παίκτης ή κακή μεταγραφή, υπάρχει απλώς ένας παίκτης που τοποθετήθηκε σε έναν ρόλο που δεν του ταιριάζει.

Διαβάστε επίσης...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *