Ολυμπιακός: Το επιθετικό ταλέντο, το spacing και ο “πονοκέφαλος” του Μπαρτζώκα

Ο Γιώργος Μπαρτζώκας και το νέο ρόστερ του Ολυμπιακού για τη σεζόν 2026-27

Ο Ολυμπιακός μπαίνει στη νέα σεζόν με ένα από τα πιο γεμάτα επιθετικά ρόστερ της EuroLeague, με δημιουργία από όλες τις θέσεις και αρκετούς διαφορετικούς τρόπους να απειλήσει. Το πραγματικό ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στο πόσο ταλέντο υπάρχει, αλλά στο πώς αυτό θα συνυπάρξει και τι αλλάζει σε μια ομάδα που μοιάζει έτοιμη να παίξει πιο γρήγορα, αλλά έχασε παράλληλα κομμάτια της προηγούμενης ταυτότητάς της.

  • Πώς θα συνυπάρξουν οι νέες προσθήκες με τον παλιό κορμό;
  • Τι θα συμβεί με το spacing σε συγκεκριμένες πεντάδες;
  • Πόσο διαφορετική θα είναι η ομάδα χωρίς ένα βασικό γρανάζι της, τον Τόμας Γουόκαπ;

Όταν κοιτάζει κανείς το φετινό ρόστερ του Ολυμπιακού, το εύκολο είναι να σταθεί στα ονόματα. Φουρνιέ, Ντόρσεϊ, Μοντέρο, Βεζένκοφ και Μιλουτίνοφ αποτελούν από μόνοι τους μια βάση που επιτρέπει στον Ολυμπιακό να δημιουργεί από διαφορετικές θέσεις και με διαφορετικούς τρόπους. Υπάρχουν παίκτες που μπορούν να δημιουργήσουν το δικό τους σουτ, παίκτες που λειτουργούν σε πολύ υψηλό επίπεδο χωρίς την μπάλα, guards που μπορούν να παίξουν pick-and-roll και ψηλοί που δίνουν διαφορετικές λύσεις κοντά στο καλάθι. Με λίγα λόγια, το βασικό ερώτημα που προκύπτει εν τέλει δεν είναι αν υπάρχει ποιότητα, ούτε εάν μπορεί να βρει τον παίκτη που θα τον ξεκολλήσει από μια δύσκολη κατάσταση. Μπορεί σε κάθε ματς να είναι κι άλλος. Το πραγματικό ερώτημα αφορά το πώς θα λειτουργήσει όλο αυτό ως σύνολο, έχοντας όμως τον ίδιο άνθρωπο στην άκρη του πάγκου, τον Γιώργο Μπαρτζώκα.

Ο Ολυμπιακός ψάχνει να διαχειριστεί την αφθονία της δημιουργίας

Ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του φετινού ρόστερ των Πειραιωτών είναι πως δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να ανοίξει μια άμυνα, έχοντας τη δυνατότητα να δημιουργήσει δικό του σουτ σχεδόν από παντού. Ο Φουρνιέ το έχει αποδείξει και μπορεί να λειτουργήσει εξίσου καλά και με την μπάλα αλλά και χωρίς αυτή, ο Ντόρσεϊ μπορεί να βάλει δύσκολα σουτ και να δημιουργήσει σχεδόν από το πουθενά, ο Βεζένκοφ δημιουργεί πλεονέκτημα χωρίς να χρειάζεται να κρατά την μπάλα για πολλή ώρα ή να ντριμπλάρει, ως ένας από τους καλύτερους off-ball παίκτες στην EuroLeague – αν όχι ο καλύτερος -, ο Μιλουτίνοφ μπορεί να προσφέρει από το post αλλά και μέσα από short-roll καταστάσεις και ο Μοντέρο προσθέτει κάτι που μπορεί να αλλάξει ακόμη περισσότερο τη γεωμετρία μιας άμυνας.

Ειδικά στην περίπτωση του Δομινικανού γκαρντ, το μεγάλο ενδιαφέρον δεν αντικατοπτρίζεται στο πόσους πόντους θα βάλει. Για να καταλάβουμε την επίδραση του Μοντέρο και το τι προσδίδει ως νέα προσθήκη στο ρόστερ του Ολυμπιακού αρκεί να σκεφτούμε το εξής: Έστω ότι έχουμε μια πεντάδα στο παρκέ και η ομάδα του Μπαρτζώκα επιτίθεται. Η μπάλα βρίσκεται στα χέρια του Μοντέρο, στη μία πλευρά υπάρχει ο Φουρνιέ, στην άλλη ο Βεζένκοφ και ο Μιλουτίνοφ συμμετέχει στη δράση ως screener. Ο πέμπτος παίκτης δεν μας ενδιαφέρει ποιος είναι, βάλτε όποιον θέλετε.

Σε μια τέτοια περίπτωση, τι επιλέγει η αντίπαλη άμυνα; Θα παίξει τον Μοντέρο ένας εναντίον ενός; Θα στήσει double-team πάνω του; Και αν στείλει δεύτερο παίκτη, ποιον ακριβώς αφήνει ελεύθερο; Τον Βεζένκοφ ή τον Φουρνιέ; Όπως και να ‘χει, δηλαδή, έναν από τους δύο καλύτερους επιθετικούς της Ευρωλίγκας. Εδώ ακριβώς, θεωρώ ότι αρχίζει να φαίνεται η πραγματική δύναμη του φετινού Ολυμπιακού. Όχι απλώς επειδή έχει καλούς επιθετικούς παίκτες, αλλά επειδή μπορεί να φτάσει την αντίπαλη άμυνα σε καταστάσεις, όπου καμία επιλογή δεν είναι πραγματικά ασφαλής.

Το κεφάλαιο Μοντέρο και η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα

Όλο αυτό ακούγεται εξαιρετικό στη θεωρία, αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά. Ο Ολυμπιακός διαθέτει πολύ καλούς σουτέρ. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε πεντάδα του θα έχει αυτομάτως elite spacing. Ο Φουρνιέ, ο Βεζένκοφ και ο Ντόρσεϊ δημιουργούν τεράστια απειλή πίσω από τη γραμμή των 6,75μ. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν παίκτες που μπορούν να σουτάρουν χωρίς απαραίτητα να αναγκάζουν την άμυνα να τους αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο.

Ο Μοντέρο είναι μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση. Μπορεί να βάλει οποιοδήποτε σουτ και να έχει βραδιές στις οποίες πραγματικά θα είναι “on-fire”, αλλά η σταθερότητα στην αποτελεσματικότητά του είναι διαφορετική συζήτηση. Το ίδιο ισχύει σε διαφορετικό βαθμό, βέβαια, και για τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ, ενώ στις θέσεις των forwards και των ψηλών υπάρχουν συνδυασμοί που μπορούν να μικρύνουν τον διαθέσιμο χώρο. Το ενδιαφέρον είναι και το πώς θα χρησιμοποιηθεί ο ίδιος ο Μοντέρο. Για μένα, δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να σκοράρει. Αυτό το ξέρουμε ήδη. Έχει χειρισμό, μπορεί να παίξει pick-and-roll και μπορεί να δημιουργήσει το δικό του σουτ.

Το επόμενο βήμα είναι να γίνει περισσότερο efficient και να πάρει τις σωστές αποφάσεις μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η απαίτηση είναι διαφορετική. Γιατί, κακά τα ψέματα, άλλο η περσινή έκπληξη της Βαλένθια, που έφτασε μέχρι και το Final4, αλλά άλλο ένας σύλλογος του επιπέδου του Ολυμπιακού ή αντίστοιχα του Παναθηναϊκού, της Ρεάλ και της Φενέρ. Την περσινή σεζόν, ο Ζαν Μοντέρο είχε 0,79 πόντους ανά κατοχή ως ball handler στο pick-and-roll. Το στατιστικό αυτό δείχνει ακριβώς αυτή τη διαφορά ανάμεσα στο “μπορώ να δημιουργήσω” και στο “δημιουργώ αποτελεσματικά σε σταθερή βάση”. Και ο Ολυμπιακός δεν είναι μια ομάδα που περιμένει απλώς να δει πώς θα εξελιχθεί ένας νεαρός παίκτης. Ο Μοντέρο είναι ακόμα 23 χρονών, δεν βρίσκεται καν στο peak του. Ο Ολυμπιακός διεκδικεί, κι αυτό από μόνο του αλλάζει το πλαίσιο.

Το transition παιχνίδι του Ολυμπιακού και το ερωτηματικό χωρίς τον Γουόκαπ

Ένα δεύτερο στοιχείο που μου βγάζει το φετινό ρόστερ είναι πως ο Ολυμπιακός μπορεί να θελήσει να παίξει λίγο πιο γρήγορα. Όχι απαραίτητα να αλλάξει εντελώς τη φιλοσοφία του, άλλωστε ο Μπαρτζώκας δεν είναι προπονητής που αλλάζει εύκολα τις βασικές αρχές του. Μπορεί, για παράδειγμα, να ψάξει περισσότερο το transition παιχνίδι, να εκμεταλλευτεί την ταχύτητα των guards του και να επιτίθεται περισσότερο πριν οργανωθεί πλήρως η αντίπαλη άμυνα.

Οι νέες προσθήκες μπορούν να συνεισφέρουν σε αυτό. Πρώτα από όλα, ο Μοντέρο μπορεί να δώσει ταχύτητα, ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ μπορεί να τρέξει και ο Ντόρσεϊ νιώθει άνετα σε τέτοιες καταστάσεις. Ο Βεζένκοφ ξεχωρίζει με τον τρόπο που δημιουργεί πίεση προς τη ρακέτα, χωρίς καν να χρειάζεται να βάλει την μπάλα στο παρκέ. Τα cuts του είναι ουσιαστικά ένας διαφορετικός τρόπος επίθεσης στο καλάθι. Βρίσκει κενά, εμφανίζεται στη σωστή στιγμή και τελειώνει φάσεις κοντά στο καλάθι σε πολύ υψηλό επίπεδο. Αν, λοιπόν, ο Ολυμπιακός ανεβάσει περισσότερο το tempo, μπορεί να δημιουργήσει αρκετά πλεονεκτήματα πριν το παιχνίδι πάει σε καθαρό πέντε εναντίον πέντε.

Σε όλο αυτό, βέβαια, υπάρχει και ένα μεγάλο “αλλά”. Ας μην ξεχνάμε ότι δεν υπάρχει πλέον ο Τόμας Γουόκαπ. Και αυτό δεν είναι απλώς μία αλλαγή στο rotation, ο Γουόκαπ έδινε στον Ολυμπιακό ένα πολύ συγκεκριμένο είδος physicality στην περιφέρεια. Μπορούσε να πιέσει πάνω στην μπάλα, να κυνηγήσει παίκτες μακριά από αυτή, να περάσει μέσα από screens και να κάνει αρκετή από τη “βρώμικη” δουλειά που δεν φαίνεται πάντα στο box score. Ναι μεν, ο Γουόρντ μπορεί να φέρει σκληράδα, ο Παπανικολάου παραμένει σημαντικός αμυντικά και ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ μπορεί να δώσει πράγματα αλλά κανένας από τους παραπάνω δεν είναι Γουόκαπ. Ο Ολυμπιακός, δηλαδή, συνολικά θα πρέπει να βρει έναν λίγο διαφορετικό τρόπο για να είναι καλή αμυντική ομάδα.

Ο “καλός” πονοκέφαλος του Γιώργου Μπαρτζώκα

Αν απομονώσουμε το καθαρό ταλέντο, δύσκολα μπορεί κανείς να έχει πολλές ενστάσεις. Ο Ολυμπιακός έχει scoring, δημιουργία, παιχνίδι χωρίς την μπάλα, post παρουσία, guards που μπορούν να επιτεθούν στο καλάθι και αρκετούς διαφορετικούς τρόπους για να δημιουργήσει ένα καλό σουτ. Οι αστερίσκοι βρίσκονται στο spacing συγκεκριμένων πεντάδων, στην αποτελεσματικότητα του Μοντέρο, στο ποιος θα παίρνει την απόφαση όταν υπάρχουν τόσοι παίκτες που μπορούν να δημιουργήσουν, στο πώς θα αλλάξει η άμυνα χωρίς τον Γουόκαπ και στο πόσο εύκολα θα προσαρμοστεί η ομάδα αν πράγματι θελήσει να ανεβάσει περισσότερο τον ρυθμό.

Ο φετινός Ολυμπιακός δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα επειδή δεν διαθέτει αρκετές λύσεις. Αντίθετα, έχει τόσες πολλές, που τώρα πρέπει να βρει ποιες λειτουργούν καλύτερα μαζί. Ένας καλός πονοκέφαλος, λοιπόν, για τον Γιώργο Μπαρτζώκα και το προπονητικό του επιτελείο.

CLUTCHTIME TAKEAWAY

Ο Ολυμπιακός δεν ψάχνει λύσεις. Πρέπει να βρει ποιες από τις πολλές λύσεις του λειτουργούν καλύτερα μαζί.

Διαβάστε επίσης...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *