Το Final Four της EuroLeague ξεκινά και τα δεδομένα των τελευταίων πέντε ετών αποκαλύπτουν τι χρειάζεται πραγματικά για να φτάσει μια ομάδα στην κορυφή. Ρυθμός, άμυνα, isolation και… έλεγχος του χάους.
Λίγες ώρες πριν από το τζάμπολ του φετινού Final Four, η EuroLeague μπαίνει ξανά στη ζώνη όπου οι λεπτομέρειες κρίνουν τα πάντα. Κάθε Final Four μοιάζει διαφορετικό με άλλες ομάδες, άλλα matchups κι άλλους πρωταγωνιστές. Κι όμως, όταν φτάνει η ώρα της αλήθειας στην EuroLeague, οι πρωταθλητές ακολουθούν σχεδόν… πάντα συγκεκριμένα μοτίβα.
Τα τελευταία πέντε χρόνια, το τρόπαιο κατέληξε σε ομάδες με διαφορετικά ρόστερ και φιλοσοφίες. Υπάρχουν, όμως, κάποια κοινά στοιχεία που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά. Το ClutchTime ανέλυσε τους τελευταίους πέντε πρωταθλητές της EuroLeague και προσπάθησε να απαντήσει στο πιο δύσκολο ερώτημα που βασανίζει χιλιάδες λάτρεις του μπάσκετ:
Τι χρειάζεται πραγματικά για να κερδίσεις ένα Final Four;
Το Final Four είναι… άλλο άθλημα
Το μπάσκετ του Final Four δεν είναι απλώς μπάσκετ των πλέι-οφ με την ένταση ανεβασμένη, είναι ένα εντελώς διαφορετικό παιχνίδι. Όταν συγκρίνεις παράλληλα τα στατιστικά της Κανονικής Περιόδου, των Πλέι-οφ και του Final Four, η μεταβολή είναι εμφανής σε όλους τους τομείς. Ο ρυθμός του παιχνιδιού επιβραδύνεται κατά περίπου δύο κατοχές ανά 40 λεπτά. Η αποτελεσματικότητα στα σουτ μειώνεται κατά σχεδόν τρεις ποσοστιαίες μονάδες στο eFG%. Η γραμμή των ελεύθερων βολών γίνεται η σωτηρία καθώς τα ποσοστά φάουλ αυξάνονται κατά σχεδόν πέντε ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την Κανονική Περίοδο. Το πιο ενδεικτικό σημείο, όμως, είναι ότι το ποσοστό των καλαθιών που προέρχονται από ασίστ μειώνεται κατά σχεδόν έξι μονάδες, καθώς οι επιθέσεις βασίζονται περισσότερο στην ατομική δημιουργία όταν το διακύβευμα είναι υψηλό και οι άμυνες είναι καλύτερα προετοιμασμένες.
Γενικότερα, το Σαββατοκύριακο του F4 ανταμείβει ένα διαφορετικό είδος ομάδας. Τι εννοώ; Οι ομάδες που έχουν χτιστεί για να ευδοκιμούν σε ένα περιβάλλον κανονικής περιόδου με υψηλό ρυθμό και ροή μπορεί να βρεθούν εκτός ρυθμού όταν το παιχνίδι γίνεται πιο σφιχτό, επιβραδύνεται και μετατρέπεται σε μια σειρά από “παρτίδες σκακιού” στο μισό γήπεδο.
Η ανάγκη του να ζεις με τα δύσκολα σουτ
Στο Final Four οι άμυνες δεν περιορίζουν απλώς καλύτερα τα σουτ, αλλά αλλάζουν εντελώς το σημείο από όπου προέρχονται. Η πιο αξιοσημείωτη αλλαγή παρατηρείται στην περιοχή της ρακέτας. Οι προσπάθειες κοντά στο καλάθι μειώνονται κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την κανονική περίοδο, καθώς οι άμυνες “φορτώνουν” τη ρακέτα και οι βοήθειες έρχονται νωρίτερα.
Το αποτέλεσμα είναι πως οι επιθέσεις αναγκάζονται να ζήσουν με πιο δύσκολες εκτελέσεις. Οδηγούνται σε περισσότερα τρίποντα από την κορυφή των 6.75, με τα αντίστοιχα σουτ να αυξάνονται κατά 4.6 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη μεταβολή στο shot profile των ομάδων του Final Four.
Όσο αυξάνονται αυτά τα σουτ, τόσο πέφτει η αποτελεσματικότητά τους. Οι πόντοι ανά mid-range σουτ μειώνονται κατά περισσότερο από 10% σε σύγκριση με την κανονική περίοδο, ενώ στα τρίποντα από την κορυφή η πτώση φτάνει το 12.6%. Με άλλα λόγια, οι επιθέσεις αρκούνται σε ό,τι τους επιτρέπει η άμυνα, αντί να επιβάλλουν τους δικούς τους όρους.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, ωστόσο, είναι πως η αποτελεσματικότητα κοντά στο καλάθι παραμένει σχεδόν αμετάβλητη. Η άμυνα F4, δηλαδή, δεν δυσκολεύει το σκοράρισμα στο καλάθι, αλλά δυσκολεύει το να φτάσει κανείς στο καλάθι.
Όταν μπαίνει “φραγή” στις set επιθέσεις
Για να γίνει μια δίκαιη σύγκριση, τα στατιστικά της κανονικής περιόδου που χρησιμοποιούνται προέρχονται αποκλειστικά από ομάδες που τελικά προκρίθηκαν στα πλέι-οφ εκείνης της σεζόν. Σκοπός είναι να προσδιοριστεί τι αλλάζει στον τρόπο που παίζουν οι καλές ομάδες τον Μάιο, και όχι απλώς τι διακρίνει τις καλές ομάδες από τις κακές.
Πρώτον, η χρήση του “Pick-and-Roll” από τον χειριστή της μπάλας αυξάνεται δραματικά, από το 18% των φάσεων στην κανονική περίοδο στο 21% στα ημιτελικά. Όσο περιορίζονται οι επιλογές μέσα από τα συστήματα, τόσο περισσότερο οι ομάδες εμπιστεύονται τον δημιουργό τους. Παράλληλα, αυξάνεται η χρήση του Catch-and-Shoot, καθώς η μεγαλύτερη πίεση στο PnR δημιουργεί περισσότερες περιστροφές και spot-up εκτελέσεις.
Την ίδια στιγμή, ο ρόλος των ψηλών ως βασική επιθετική απειλή μειώνεται αισθητά. Τα κοψίματα, τα “P&R Rollers” και τα “Post-ups” περιορίζονται, καθώς οι άμυνες συγκεντρώνονται περισσότερο στο ζωγραφιστό και αναγκάζουν την μπάλα να βγει στην περιφέρεια.
Η αποτελεσματικότητα μειώνεται σχεδόν παντού. Οι μόνες εξαιρέσεις είναι τα κοψίματα και τα isolations. Όταν οι set επιθέσεις σταματούν να λειτουργούν, οι ομάδες χρειάζονται απλώς παίκτες που μπορούν να δημιουργήσουν μόνοι τους. Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο του F4.
Οι πρωταθλητές δεν κυνηγούν το χάος, το ελέγχουν
Στην επίθεση, οι πρωταθλητές ακολουθούν ένα πιο περιορισμένο και ελεγχόμενο σχέδιο με λιγότερες ευκαιρίες σε φάσεις μετάβασης (−1,7 πόντοι ανά κατοχή), μεγαλύτερη εξάρτηση από τον πλέιμέικερ τους στο “pick-and-roll” (+5,2 πόντοι ανά κατοχή) και αισθητά περισσότερες επιθέσεις από το “post” (διπλάσιο ποσοστό σε σχέση με τις ομάδες της F4 που δεν κατέκτησαν τον τίτλο). Όταν έρχεται η ώρα να σκοράρουν απέναντι σε μια σταθερή άμυνα, εμπιστεύονται τους σταρ τους για να σκοράρουν στο ένα εναντίον ενός. Η αποτελεσματικότητα των πρωταθλητών στο isolation είναι περισσότερο από διπλάσια από αυτή των ομάδων που ηττήθηκαν στα ημιτελικά (μια διαφορά +108%).
Στην άμυνα, το χαρακτηριστικό τους είναι η πειθαρχία και όχι η αταξία. Οι πρωταθλητές δεν ρισκάρουν για κλεψίματα, δεν κάνουν φάουλ (−5,8 πόντοι στο ποσοστό ελεύθερων βολών των αντιπάλων, το μεγαλύτερο αμυντικό πλεονέκτημα) και δεν ρίχνονται με τα μούτρα στο επιθετικό ριμπάουντ (−1,5 πόντοι στο ποσοστό επιθετικών ριμπάουντ). Οδηγούν τους αντιπάλους σε περισσότερες προσπάθειες τρίποντων (+7 πόντοι στον όγκο των 3PA των αντιπάλων), αλλά αμύνονται αρκετά καθαρά ώστε να τους περιορίσουν σε 6 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από μακριά.
Επιπλέον, φροντίζουν να διατηρούν την κατοχή της μπάλας (−1,8 πόντοι ανά αγώνα στο ποσοστό λαθών) και περιορίζουν τις δικές τους ευκαιρίες για γρήγορες επιθέσεις, τόσο για να εμποδίσουν τον αντίπαλο να αντεπιτεθεί όσο και για να κρατήσουν τον έλεγχο του αγώνα.
Καταλήγουμε στο ότι το τρόπαιο δεν το κατακτά η ομάδα που δημιουργεί το μεγαλύτερο χάος, αλλά εκείνη που ελαχιστοποιεί το χάος και στις δύο πλευρές του γηπέδου.
Ποια ομάδα μοιάζει περισσότερο με πρωταθλήτρια;
Οι τέσσερις φιναλίστ του φετινού Final 4 είναι η Βαλένθια, ο Ολυμπιακός, η Ρεάλ Μαδρίτης και η Φενέρμπαχτσε. Αν υπάρχει μία ομάδα που πλησιάζει περισσότερο το προφίλ του σύγχρονου πρωταθλητή της EuroLeague, αυτή είναι ο Ολυμπιακός. Έχει το χαμηλότερο ποσοστό παιχνιδιού σε γρήγορες επιθέσεις από όλους τους διεκδικητές του τίτλου (7,1%, ακριβώς στο επίπεδο του πρωταθλητή), δεν κάνει φάουλ (ποσοστό ελεύθερων βολών αντιπάλου 24,3%) και διαθέτει έναν κορυφαίο σκόρερ στο post-up, τον Βεζένκοφ. Ωστόσο, η ομάδα του Πειραιά εκτελεί τις λιγότερες φάσεις PnR Handler από όλους τους διεκδικητές (14,7%) και κυρίως δεν είναι χτισμένοι γύρω από έναν μόνο οργανωτή όπως οι πρόσφατοι πρωταθλητές.
Η Ρεάλ Μαδρίτης είναι η πιο ισορροπημένη επιλογή συνολικά. Πρωτοστατεί μεταξύ όλων των διεκδικητών σε ό,τι αφορά τον όγκο των επιθέσεων με πλάτη στο καλάθι (11,6%, αρκετά πάνω από το μέσο όρο), με τον Λάιλς ως δεύτερη επιλογή, ενώ στην άμυνα λειτουργεί χωρίς φάουλ (25,7%). Τα μειονεκτήματά της είναι το υψηλό ποσοστό OREB και η χαμηλότερη αποτελεσματικότητα στην κορυφαία απομόνωση από όλους τους διεκδικητές. Και κάπου εδώ να σημειώσουμε πως τόσο ο Ταβάρες όσο και ο Λεν θα λείψουν από το Final Four.
Η Φενέρμπαχτσε βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον πλέι μέικερ της (ο Μπόλντγουιν έχει μερίδιο 21.4% στις εκτελέσεις pick-and-roll) και περιορίζει τους αντιπάλους στο χαμηλότερο ποσοστό τρίποντων στο πρωτάθλημα (32.4%). Τα αρνητικά σημεία της τουρκικής ομάδας είναι το υψηλότερο ποσοστό ελεύθερων βολών των αντιπάλων από όλους τους διεκδικητές (34.1%) και το υψηλότερο ποσοστό TOV (18.8%).
Η “νεοφώτιστη” Βαλένθια αποτελεί την εξαίρεση στην τετράδα. Παίζει με τον ταχύτερο ρυθμό από τις τέσσερις (ποσοστό μεταβάσεων 12.9%) και σχεδόν δεν χρησιμοποιεί το παιχνίδι με πλάτη στο καλάθι (2.5%, το χαμηλότερο ποσοστό της ομάδας). Μοιάζει να ακολουθεί έναν εντελώς διαφορετικό τύπο παιχνιδιού, με γρήγορο ρυθμό και έμφαση στην περιφέρεια, ο οποίος δεν έχει καταφέρει να φτάσει στα ημιτελικά κατά τη διάρκεια της πενταετούς περιόδου που εξετάζουμε.
Ο… Μάιος είναι αλλιώς
Πέντε συμμετοχές στο Final Four είναι ένα μικρό δείγμα, αλλά η συνέπεια που παρατηρείται σε όλους τους πρωταθλητές είναι εντυπωσιακή. Επιβραδύνουν το ρυθμό του παιχνιδιού, διαχειρίζονται προσεκτικά τη μπάλα, εμπιστεύονται τους γκαρντ τους για να δημιουργήσουν ευκαιρίες και τους ψηλούς τους για να τελειώσουν τις φάσεις στο ένα εναντίον ενός. Στην άμυνα, δίνουν προτεραιότητα στην πειθαρχία έναντι της αναστάτωσης, δεν ρισκάρουν, δεν κάνουν φάουλ και δεν παραμελούν τη μάχη για τα ριμπάουντ. Κερδίζουν περιορίζοντας τους τρόπους με τους οποίους το παιχνίδι μπορεί να πάρει άσχημη τροπή.
Φυσικά, δεν πρόκειται για “συνταγή” γιατί δεν υπάρχει καμία φόρμουλα που να εγγυάται τον τίτλο της Ευρωλίγκας. Ωστόσο, υπάρχει ένα μοτίβο, και οι ομάδες που το ακολουθούν πιο πιστά έχουν ένα πλεονέκτημα όταν η μπάλα καίει περισσότερο.
Ποιος από τους τέσσερις φετινούς υποψηφίους θα αντέξει στο διαφορετικό… παιχνίδι του Final Four; Θα το μάθουμε μέχρι το βράδυ της Κυριακής…





