Ο Ράσελ Γουέστμπρουκ αποσύρεται μετά από 18 σεζόν στο NBA, αφήνοντας πίσω του ένα legacy γεμάτο ρεκόρ, ένταση, αμφισβήτηση και μία καριέρα που δεν εξηγήθηκε ποτέ μόνο μέσα από τους αριθμούς της.
Ο Ράσελ Γουέστμπρουκ δεν αποσύρεται απλώς ως ένας πρώην MVP (σεζόν 2016-17), αποσύρεται ως ένας από τους πιο ιστορικούς, πιο έντονους και πιο δύσκολα εξηγήσιμους παίκτες της σύγχρονης εποχής του NBA. Ο Αμερικανός πρώην πλέον μπασκετμπολίστας υπήρξε MVP το 2017, 9 φορές All-Star, μέλος της ομάδας των 75 κορυφαίων παικτών στην ιστορία του NBA, πρώτος όλων των εποχών σε triple-doubles με 209 συνολικά, και κάτοχος του ρεκόρ για τα περισσότερα triple-doubles σε μία σεζόν και συγκεκριμένα 42. Όλα αυτά αρκούν για να περιγράψει κανείς το μέγεθος της καριέρας του. Δεν αρκούν, όμως, για να εξηγήσουν τον Γουέστμπρουκ, καθώς ο “Russ” ήταν πάντα κάτι περισσότερο από τα νούμερα στο box score του.
O Ράσελ Γουέστμπρουκ που δεν αποσύρεται ως ένας “απλός” MVP
Η ανακοίνωση της αποχώρησης του Γουέστμπρουκ κλείνει μία διαδρομή 18 σεζόν στο NBA. Από το UCLA και το Νο.4 του Draft του 2008, στους Σιάτλ Σουπερσόνικς, μέχρι τους Θάντερ, τους Ρόκετς, τους Ουίζαρντς, τους Λέικερς, τους Κλίπερς, τους Νάγκετς και τους Κίνγκς. Μπορεί στο τέλος της διαδρομής του η λίστα των ομάδων να μεγάλωσε, όμως η καριέρα του δεν μπορεί να διαβαστεί απλώς ως μία διαδρομή σταθμών γιατί κακά τα ψέματα ο Γουέστμπρουκ υπήρξε πρόσωπο εποχής.
Στους Οκλαχόμα Σίτι Θάντερ έγινε κάτι πολύ περισσότερο από ένας εκρηκτικός point guard. Έγινε σύμβολο μιας ομάδας που μεγάλωσε μπροστά στα μάτια του NBA, δίπλα στον Κέβιν Ντουράντ και αργότερα δίπλα στον Τζέιμς Χάρντεν. Ο “Russ” έγινε ο παίκτης που έπαιζε κάθε κατοχή σαν να ήταν προσωπική υπόθεση, κάθε ριμπάουντ σαν πρόκληση, κάθε transition σαν ευκαιρία να επιβάλει το σώμα, την ταχύτητα και την οργή του πάνω στο παρκέ.
Η συνωνυμία του Γουέστμπρουκ με τα triple-doubles
Δεν γίνεται να μιλήσεις για τον Ράσελ Γουέστμπρουκ χωρίς να μιλήσεις για τα triple-doubles. Όταν ακούς το όνομά του, τα triple-doubles είναι το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό γιατί είναι ξεκάθαρα η στατιστική που έγινε σχεδόν – αν όχι απόλυτα – συνώνυμη με τον ίδιο. Τα 209 triple-doubles δεν είναι απλώς ρεκόρ αλλά ιστορικό αποτύπωμα. Για χρόνια, ο Γουέστμπρουκ έκανε κάτι που κάποτε έμοιαζε αδύνατο να επαναληφθεί. Όχι μόνο έφτασε σε μέσο όρο triple-double σε μία σεζόν, αλλά το έκανε τέσσερις συνολικά φορές. Το 2016-17, τη χρονιά του MVP, είχε 31.6 πόντους, 10.7 ριμπάουντ και 10.6 ασίστ ανά παιχνίδι!
Κι όμως, εδώ υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος. Τα triple-doubles που τον έκαναν ιστορικό έγιναν και ο τρόπος με τον οποίο πολλοί προσπάθησαν να τον περιορίσουν. Για κάποιους, ήταν απόδειξη κυριαρχίας ενώ για κάποιους άλλους ήταν αφορμή αμφισβήτησης.
Η συζήτηση γύρω από τον Γουέστμπρουκ και τα triple-doubles δεν ήταν ποτέ απλή. Υπήρχαν στιγμές που έδινε την αίσθηση πως είχε το triple-double στο μυαλό του και ήξερε ανά πάσα στιγμή πόσο κοντά ήταν και τι ακριβώς του έλειπε για να ολοκληρώσει ένα ακόμα ιστορικό βράδυ. Αυτό, κατά την άποψή μου ισχύει σε έναν βαθμό.
Και πριν προλάβετε να εκφράσετε τις αντιρρήσεις σας, να σας προλάβω… Ακόμη κι αν προσπαθείς να κάνεις triple-double κάθε φορά που πατάς παρκέ, πρέπει να έχεις τα χαρακτηριστικά να το κάνεις, να είσαι μέσα σε κάθε φάση, να παίρνεις ριμπάουντ απέναντι σε ψηλότερα κορμιά, να δημιουργείς για τους άλλους, να σκοράρεις, να αντέχεις την ένταση και να το επαναλαμβάνεις ξανά και ξανά. Όλα αυτά σε ένα πρωτάθλημα όπως το NBA. Αυτό δεν γίνεται να το κάνει ο καθένας απλώς επειδή το θέλει. Γίνεται όταν έχεις τη σωματική, πνευματική και αγωνιστική ικανότητα να το υποστηρίξεις. Και ο “Russ” ήταν ένας από αυτούς.
Γι’ αυτό, λοιπόν, προσωπικά δεν στέκομαι στην άποψη ότι τα triple-doubles του Γουέστμπρουκ “έκλεψαν” κάτι από τις ομάδες του ή από τους συμπαίκτες του. Μπορούμε να συζητήσουμε την αποτελεσματικότητα, τις αποφάσεις, το shot selection και το fit του σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Δεν μπορούμε, όμως, να πιστεύουμε πως αυτό που έκανε ήταν εύκολο.
Το “δίχως φρένα” παιχνίδι του ως δύναμη αλλά κι ως ερωτηματικό
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του Γουέστμπρουκ είναι πως η μεγαλύτερη δύναμή του ήταν συχνά και το μεγαλύτερο ερώτημα γύρω από το παιχνίδι του. Η ένταση, ή αλλιώς η ταχύτητα, η δύναμη, η επιμονή, η επιλογή να παίζει “δίχως φρένα”. Αυτά τον έκαναν ασταμάτητο στα καλύτερά του χρόνια. Υπήρξε ένας guard που μπορούσε να πάρει το αμυντικό ριμπάουντ και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να βρίσκεται στο αντίπαλο καλάθι πριν προλάβει να οργανωθεί η αντίπαλη άμυνα. Ένας παίκτης που δεν περίμενε να του δοθεί χώρος, αλλά τον δημιουργούσε ο ίδιος με το σώμα του. Ένας point guard που έπαιζε με την ορμή forward και με την παραγωγή superstar.
Τα ίδια στοιχεία, όμως, έκαναν το παιχνίδι του δύσκολο να προσαρμοστεί όταν το NBA άλλαξε γύρω του. Όσο το παιχνίδι πήγαινε περισσότερο προς το spacing, την αποδοτικότητα, το σουτ, τις καθαρές αποφάσεις και τα πιο ευέλικτα lineups, ο Γουέστμπρουκ παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ο εαυτός του. Αυτό ήταν ταυτόχρονα και το μεγαλείο του αλλά και το πρόβλημά του. Δεν έγινε ποτέ ένας παίκτης που θα υποχωρούσε πλήρως στο background για να ταιριάξει κάπου, ήταν πάντα ο εαυτός του που έκανε θόρυβο όπου και να βρισκόταν.
Και ίσως γι’ αυτό η κουβέντα γύρω του έμεινε τόσο έντονη μέχρι το τέλος. Γιατί δεν ήταν παίκτης που μπορούσες να δεις αδιάφορα. Είτε τον θαύμαζες είτε σε εκνεύριζε, είτε έβλεπες στο πρόσωπό του έναν ιστορικό ανταγωνιστή είτε έναν παίκτη που δεν κατάφερνε να προσαρμόσει το ταλέντο του στις ανάγκες της ομάδας. Σπάνια, όμως, σε άφηνε ουδέτερο.
NBA… legacy; ο Γουέστμπρουκ
Ο Γουέστμπρουκ αποχωρεί χωρίς πρωτάθλημα NBA. Για κάποιους, αυτό θα μένει πάντα ως αστερίσκος ενώ για άλλους, δεν αλλάζει τίποτα ουσιαστικό στο μέγεθος της καριέρας του. Η πραγματικότητα είναι πως το δαχτυλίδι έχει τεράστιο βάρος στο NBA legacy, ειδικά για παίκτες αντίστοιχου επιπέδου με τον Αμερικανό. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως δεν είναι μόνο τα “δαχτυλίδια” για να κρίνουμε μια καριέρα.
Ο Γουέστμπρουκ ναι, δεν πήρε το πρωτάθλημα που κυνηγούν όλοι οι μεγάλοι, πήρε, όμως, μια θέση στην ιστορία που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Έγινε MVP, All-Star, All-NBA, κορυφαίος triple-double παίκτης στην ιστορία του πρωταθλήματος, ένας από τους 75 κορυφαίους παίκτες στην ιστορία του NBA, σημείο αναφοράς για το τι μπορεί να κάνει ένας guard όταν παίζει με απόλυτη σωματική και ψυχική ένταση. Το γεγονός ότι το legacy του παραμένει αμφιλεγόμενο δεν σημαίνει ότι είναι μικρότερο.
Η νοοτροπία του “Why not?”
Ο Ράσελ Γουέστμπρουκ ναι, φυσικά όπως όλοι είχε αδυναμίες, είχε κακές αποφάσεις, είχε βραδιές που το παιχνίδι του έμοιαζε να κινείται πιο γρήγορα από όσο έπρεπε, είχε στιγμές που η ίδια του η ένταση γινόταν βάρος. Μέσα σε όλα αυτά όμως είχε και κάτι που δεν διδάσκεται εύκολα… Έπαιζε κάθε βράδυ σαν να είχε κάτι ακόμα να αποδείξει, σαν να ήταν ακόμα το παιδί που δεν θεωρήθηκε ποτέ το πιο “σίγουρο” ταλέντο. Αυτό ήταν το “Why Not” του, κι όχι απλώς ένα slogan αλλά η νοοτροπία του.
Ο Γουέστμπρουκ έπαιξε το μπάσκετ του στο κόκκινο. Προφανώς, όχι πάντα σωστά, ούτε πάντα αποτελεσματικά και με τον τρόπο που θα ήθελαν οι προπονητές, οι αναλυτές ή οι συμπαίκτες του. Πάντα, όμως, το μπάσκετ του ήταν ολοκληρωτικό. Και αυτό ακριβώς είναι που θα μείνει. Υπήρξε το είδος παίκτη που μπορούσε να σε κάνει να σηκωθείς από τον καναπέ και στην επόμενη κατοχή να σε κάνει να πιάσεις το κεφάλι σου. Ένας παίκτης που δεν χώρεσε ποτέ σε ένα box score, όσο κι αν το γέμισε όσο λίγοι στην ιστορία και που έζησε μπασκετικά με το δικό του “Why Not”. Όλα τα παραπάνω ήταν οι λόγοι είτε κάποιος να τον λατρέψει είτε να τον αμφισβητεί συνεχώς. Όπως και να έχει, ο “Russ” δεν θα ξεχαστεί τόσο εύκολα.





